ΔιαταραχέςΘεραπείαGuestbooke-mailΣκοπόςΔημοσιεύσειςΒιογραφικόForum


Yποβάλετε μια Νέα Ερώτηση

Σύνολο ερωτημάτων: 968 Σελίδα: 27η Επιλέξτε κατηγορία:   


Προσωπικότητα


Pgh    08/05/2011 00:12
ΦOBAMAI THN μοναξιά TI NA KANΩ;

Α. Κοτανίδης – ο φόβος της μοναξιάς είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Οφείλεται στις παιδικές ανασφάλειες και καθυστερεί την ενηλικίωση του ατόμου από την άποψη της ωρίμανσης του ως ενήλικα, οποίος βασίζεται μονό στις προσωπικές του ικανότητες στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, που αναπόφευκτα προκύπτουν κατά τη διάρκεια της ζωής του κάθε ζωντανού πλάσματος. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης του βασίζεται στη γνώση, διότι η γνώση είναι αυτό που μπορεί να δώσει σιγουριά στην αντιμετώπιση οποιουδήποτε προβλήματος είτε αυτό είναι γνωστό, είτε είναι άγνωστο. Η γνώση επιτρέπει την μετατροπή του άγνωστου σε γνωστό, ενώ το γνωστό εξουδετερώνει την αβεβαιότητα. Έτσι, εάν ένα άτομο γνωρίσει τις αιτίες που προκάλεσαν την έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό του και αποκτήσει βασικές γνώσεις για τις διαδικασίες λειτουργίας της σκέψης αποκτά την δυνατότητα να επιλύει σταδιακά τις συσσωρευμένες ανασφάλειες, προχωρώντας στην ζωή του ενηλίκου , για την οποία απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μοναξιά. Η μοναξιά αποτελεί την αναγκαία βάση για την επίτευξη της ανεξαρτησίας του ατόμου. Θα ήθελα να τονίσω ότι η μοναξιά του ενηλίκου σημαίνει την αυτόνομη αντιμετώπιση των προβλημάτων του και δεν πρέπει να συγχέεται με την μοναχικότητα.



Χαρά    30/04/2011 13:22
…δεν θα τα καταφέρω ποτέ, σωστά; Η ζωή είναι πάρα πολύ δύσκολη. Κι εγώ δεν κάνω τίποτα που να με ευχαριστεί. Είμαι 22 χρονών, φοιτήτρια. Σε μια σχολή με άμεση αποκατάσταση και φαινομενικά ανήκω στους τυχερούς. Όμως δεν νιώθω έτσι. Δεν ήθελα τη σχολή, οι γονείς μου την επέλεξαν κατά κάποιον τρόπο. Δεν μου έπιασαν και το χέρι για να συμπληρώσω το μηχανογραφικό μου, σαφώς. Όμως το «δεν πληρώνω για να κάνεις κάτι άλλο», όταν λέγεται σε έναν άνθρωπο 18 χρονών που δεν έχει δουλειά και κατ’ επέκταση δεν έχει και οικονομική ενίσχυση, δίνει την ίδια αίσθηση και έχει την ίδια ισχύ. Αλλά δεν είναι μόνο η σχολή μου. Παντού τα κάνω θάλασσα. Σιχάθηκα να μου λένε συγγενείς, φίλοι, γκόμενοι, δάσκαλοι, καθηγητές και ψυχολόγοι το πόσο έξυπνη είμαι και πόσο μεγάλο (και καλά) προσόν είναι κάτι τέτοιο. Δεν είναι. Αν είμαι, γιατί τελευταία νιώθω μάλλον χαζή. Τι κι αν μαθαίνω γρήγορα; Τι κι αν γνωρίζω και καταλαβαίνω καλά το περιβάλλον γύρω μου; Μέσα μου δεν ξέρω τίποτα. Κάνω γελοίες σχέσεις, δυσκολεύομαι να κάνω φίλους, χωρίζω (όπως τώρα) και δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Κι ας ήταν μια σχέση χωρίς μέλλον και το ξέρω γιατί μαντέψτε, καταλαβαίνω τι μου γίνεται επειδή είμαι «έξυπνη». Αν ήμουν έξυπνη δεν θα έμπλεκα εξαρχής, θα διάλεγα κάποιον που να ταιριάζει στις ανάγκες μου και δεν θα κολλούσα στο custom ideal boyfriend. Γιατί αυτό κάνω. Βρίσκω έναν ημιτελή και θέλω να τον προσαρμόσω στις ανάγκες μου. Κι αυτό γιατί δεν έχω γνωρίσει όχι έναν ολόκληρο, αλλά ούτε μισό που να είναι όπως τον θέλω και κάπου εκεί το χάνω και αποφασίζω να μπω στη διαδικασία αλλαγής. Τα πειράματα αυτά δεν με βγάζουν πουθενά όμως. Είναι ελεεινό. Η ζωή είναι ελεεινή, δεν έχει νόημα. Νόημα θα είχε αν μπορούσα να βρω κάποιον που να μου ταιριάζει και να φύγω μακριά. Και να ζω με ανθρώπους που δεν έχουν απαιτήσεις από μένα. Που δεν έχουν στερεότυπα στο μυαλό τους, που δεν έχουν όνειρα για μένα. Να μπορώ να αφοσιωθώ σε κάτι, οτιδήποτε ΠΟΥ ΝΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ. Όμως δεν μπορώ γιατί η «έξυπνη» από δω δεν θέλει να στεναχωρήσει κανέναν, δεν θέλει να απογοητεύσει κανέναν. Και φυσικά, δεν έχει χρήματα για να κάνει το οτιδήποτε. Συμπληρωματικά, έχει και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή οπότε από τη μια θέλει να φύγει και από την άλλη φοβάται να κουνηθεί.. Δεν έχω ερώτηση. Έχω ψυχολόγο και τα ακούει κι εκείνη. Να τα πω άλλη μια φορά ήθελα. Σας εκτιμώ αρκετά, έχουμε μιλήσει κι άλλες φορές. Δεν θα τα καταφέρω, κύριε Κοτανίδη. Δεν ξέρω πώς. Δεν έχω ιδέα τι πρέπει να κάνω, πώς να κινηθώ, πώς να διαχειριστώ τη ζωή μου. Είμαι 22 και νιώθω να έχω την εμπειρία 5χρονου. Και από την άλλη να σκέφτομαι σαν 50χρονη… 22 πάντως δεν νιώθω. Δεν έχω μέλλον έτσι. Το ξέρω. Πέρασα ήδη ένα καταθλιπτικό επεισόδιο στο παρελθόν. Οι διαταραχές άγχους διαδέχονται η μία την άλλη κι εγώ είμαι ακόμη εδώ, ανίκανη να ζήσω, κολλημένη σε γελοίους κανόνες και γελοίες υποχρεώσεις απέναντι σε καταστάσεις που με αφήνουν αδιάφορη. Με σχέσεις χλιαρές και φιλίες ανύπαρκτες. Να υπεραναλύω το παραμικρό. Να μισώ τη ζωή μου και ταυτόχρονα να φοβάμαι το θάνατο. Δεν έχω μέλλον έτσι..

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Χαρά, έχεις σκεφτεί ότι μπορεί να είσαι τυχερή μέσα στη δυστυχία σου; Οι προβληματισμοί, που σε απασχολούν τώρα, έτσι ή αλλιώς εμφανίζονται στους ανθρώπους, αλλά εκδηλώνονται μετά τα 40, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης κρίσης της μέσης ηλικίας, όταν πια έχει περάσει «ξένοιαστα» ένα σημαντικό μέρος της ενεργού ζωής. Είμαστε προϊόντα της ανταγωνιστικής κοινωνίας, η οποία μας εξαναγκάζει να βρισκόμαστε στη διπολική παγίδα υπερηφάνειας-ντροπής. Από μικρή ηλικία έχουμε μάθει ότι «πρέπει» να είμαστε υπερήφανοι για τα επιτεύγματα μας και να τα προβάλλουμε με κάθε τρόπο, προσπαθώντας να κερδίσουμε τις εντυπώσεις των άλλων. Ενώ τα λάθη και τις αποτυχίες να τις ντρεπόμαστε, και να προσπαθούμε να τα κρύψουμε πάση θυσία, διότι αυτά είναι κατακριτέα, και μπορούν να «χαλάσουν» την εικόνα της «επιτυχημένης» προσωπικότητας, στερώντας μας την κοινή αναγνώριση. Δεν έχεις σκεφτεί γιατί σχεδόν όλοι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να είναι ξεχωριστοί, μοναδικοί κ.λπ.; Ο φόβος της μοναξιάς και η ανάγκη της υπερηφάνειας μας ωθούν στην τάση τελειομανίας, όταν δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τις αποτυχίες, δεν έχουμε την αναγκαία υπομονή να περιμένουμε τα θεμιτά αποτελέσματα, θέλουμε να πετύχομε με την πρώτη ο’τι και να κάνουμε και αν δεν τα καταφέρουμε, αισθανόμαστε ατελείωτη ντροπή. Στην ουσία, κρεμόμαστε από την άποψη των άλλων για τον εαυτό μας, και αν δεν καταφέρουμε να εισπράξουμε την κοινή αναγνώριση και αποδοχή, αισθανόμαστε μειονεκτικά. Δεν έχουμε μάθει και δεν μπορούμε να αποδεχτούμε το γεγονός, ότι τα λάθη και οι αποτυχίες είναι απαραίτητο στοιχείο της εκμάθησης, διότι η εκμάθηση προϋποθέτει την διόρθωση της προηγούμενης γνώσης και την συμπλήρωση της με λεπτομέρειες, ανάλογες με την πραγματικότητα, η οποία έχει την τάση να αλλάζει συνεχώς. Αναζητώντας το «υπέρτατο» νόημα της ζωής, δεν προσέχουμε ότι η ίδια η φύση μας το δείχνει με τους νόμους της εξέλιξης και προσαρμογής. Η εξέλιξη και η προσαρμογή σημαίνουν ότι η προηγούμενη γνώση και οι προηγούμενες συμπεριφορές δεν αντιστοιχούν πια στη νέα κατάσταση και υπάρχει ανάγκη «διόρθωσης» τους. Η παιδική ανάγκη απραγίας, της απόκτησης «εδώ και τώρα», έλλειψη αυτοπεποίθησης και ο φόβος της αποτυχίας οδηγούν στην απογοήτευση με κάθε νέα «δυσκολία». Η ανθρωπότητα συνεχίζει να αναζητά τον επίγειο παράδεισο, στον οποίο το μονό που θα κάνουν οι άνθρωποι – θα απολαμβάνουν την ζωή χωρίς δυσκολίες και προβλήματα. Στην τάση αυτή δεν λαμβάνεται υπ’ όψη ότι δεν υπάρχει ζωής χωρίς δυσκολίες και προβλήματα, ότι η ίδια η ζωή είναι ένα πρόβλημα το οποίο αποτελείται από τις δυσκολίες, ότι χωρίς αυτά υπάρχει μονό θάνατος, οποίος και παρέχει την πολυπόθητη απραγία.



ΜΑΡΙΑ    19/03/2011 17:10
ΜΕ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ - ΑΙΣΘΗΜΑ ΑΝΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΟΥ- ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ- ΑΝΑΒΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΕΝΩ ΕΧΩ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΑΓΑΠΗΤΗ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΕΛΩ

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή ΜΑΡΙΑ, το αίσθημα γενικής ικανοποίησης του ανθρώπου εξαρτάται από την αντίληψη του. Ικανοποίηση έρχεται όταν η πραγματικότητα συμπίπτει με τις προσδοκίες. Σε αντίθετη περίπτωση αισθανόμαστε απογοήτευση. Επομένως, όσο η αντίληψη μας βασίζεται στην πραγματικότητα, στις αντικειμενικότερες γνώσεις των ιδιοτήτων της, στους κανόνες, με τους οποίους λειτουργούν τα πράγματα γύρο μας, στην γνώση των πραγματικών μας αναγκών και των τρόπων ικανοποίησης τους, τόσο θα αυξάνονται οι πιθανότητες να αισθανόμαστε ικανοποίηση με τον εαυτό μας και με την καθημερινότητα μας. Πολλές φορές ο κυριότερος στόχος των περισσότερων από εμάς γίνεται να αποδείξουμε τις «ικανότητες» μας για να πετύχουμε να είμαστε αποδεκτοί και αγαπητοί, σύμφωνα με τους κανόνες που μας επιβάλλει ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Έτσι, αντί να φροντίσουμε τον εαυτό μας και την ικανοποίηση των πραγματικών, φυσικών αναγκών μας, πασχίζουμε να πετύχουμε την αναγνώριση, η επίτευξη της οποίας, στην ουσία, δεν μας προσφέρει τίποτα από αυτό που προορίζεται από τη φύση. Είναι, πιστεύω επόμενο, να εισπράττουμε την αντίδραση του εαυτού μας, όταν τον παραμελούμε για χρόνια, προσπαθώντας να πετύχομε τις κοινές αξίες, η σημασία των οποίων έχει διογκωθεί υπερβολικά από την σύνθετη δομή της κοινωνίας. Το αντικειμενικό νόημα της ζωής εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και από το επίπεδο της αντίληψης, τα οποία υφίστανται την συγκεκριμένη στιγμή. Υπάρχει μια ιεραρχία των επίπεδων αντίληψης, η οποία μπορεί να παρουσιαστεί με το ακόλουθο σχήμα: Ανθρωπότητα στο σύνολο της - Το κράτος - Η περιοχή (νόμος, πολιτεία)- Η πόλη - Κοινωνική ή εργασιακή ομάδα - Οικογένεια - Προσωπικότητα. Η επιλογή συνήθως πραγματοποιείται σε υποσυνείδητο επίπεδο, σπανιότερα σε συνειδητό. Ένα άτομο, κατά κανόνα, επικεντρώνεται σε ένα ή δυο συνδέσμους της αναφερόμενης αλυσίδας, οι οποίοι και αντιλαμβάνονται ως το κυριότερο νόημα της ζωής του. Η ιδιαιτερότητα αυτή είναι πολύ σημαντική, διότι συνεχίζουν την ύπαρξη τους οι άνθρωποι και οι κοινωνικές ομάδες, που έχουν υιοθετήσει και ακολουθούν την σύνδεση του προσωπικού νοήματος με τον κοινωνικό. Τέτοιος συνδυασμός φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικός και συμβάλλει στην ευημερία της κάθε κοινωνίας. Ταυτόχρονα, οι ακρότητες είναι δυσανάλογες και μη βιώσιμες. Δεν είναι αποτελεσματικό, όταν το προσωπικό νόημα της ζωής είναι άχρηστο για την κοινωνία, ακόμα λιγότερα αποτελεσματικό είναι όταν η κοινωνία επιβάλλει το δικό της νόημα, το οποίο αντιτίθεται στο προσωπικό και καταστρέφει τη ζωή των μελών της. Οι δυο αυτές εκδοχές δεν είναι ανταγωνιστικές και δεν έχουν μέλλον. Επομένως, η αναζήτηση από την ανθρωπότητα του υπέρτατου νοήματος της ζωής, ως συνήθως, πηγάζει από την άγνοια της ουσίας του εαυτού του, διότι το κυριότερο νόημα της ζωής είναι η ίδια ζωή. Αυτό εκφράζεται με την διατήρηση της, μέσω ικανοποίησης των απαραίτητων αναγκών, η οποία εξασφαλίζει τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για την επιβίωση του ιδίου του οργανισμού, αλλά και για την βιωσιμότητα του είδους ή της κοινωνίας στο σύνολο τους. Το νόημα της ηθικής αποτελείται από τη δημιουργία των περισσότερο ευνοϊκών συνθηκών για την αρμονική ανάπτυξη της ατομικής προσωπικότητας. Έτσι πραγματοποιείται η επιτυχία της συγκεκριμένης κοινωνίας, διότι η κάθε μια αρμονικά αναπτυγμένη προσωπικότητα αποτελεί το ελάχιστο στοιχείο της κοινωνίας και δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την αρμονία του συνόλου της κοινωνίας. Επομένως, προκύπτει ανάγκη της επικέντρωσης των προσπαθειών στην γνώση του ανθρώπου για τον εαυτό του, των πραγματικών του αναγκών και στις δεξιότητες του να τις ικανοποιεί, μέσω του συστήματος θετικών εκτιμήσεων. Ενώ η πρακτική των απαγορεύσεων και των τιμωριών, την οποία η ανθρωπότητα χρησιμοποιούσε όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, φαίνεται από την εξέλιξη των πραγμάτων, ότι δεν είναι και τόσο αποτελεσματική. Δημιουργείται όμως ένα ερώτημα – εάν επιτραπεί στον άνθρωπο να κάνει ότι θέλει, τότε όλοι θα αρχίσουν να κλέβουν, να ληστεύουν, να δολοφονούν, να βιάζουν κ.λπ.; Την απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα ίσως να εμπεριέχει μια άλλη ερώτηση – ποιες θα είναι οι αιτίες, που θα παρακινήσουν έναν άνθρωπο, που είναι ικανοποιημένος με την ζωή του, και που έχει δυνατότητα και είναι εκπαιδευμένος να πετυχαίνει αυτό που του είναι απαραίτητο, να περιπλέκει την ύπαρξη του με τις προσπάθειες να βλάψει άλλους; Διότι, όταν προσπαθούμε να λειτουργήσουμε εις βάρος των άλλων, αυτόματα απειλούμε τα δικά τους συμφέροντα, και αυτοί, οι άλλοι, προφανώς θα προσπαθήσουν να αμυνθούν. Επομένως, αντί να φροντίσουμε την άμεση ικανοποίηση των αναγκών μας, θα αναγκαστούμε να μπλέξουμε δε μια αντιπαραγωγική αντιπαράθεση με άλλους, καταναλώνοντας ένα υπέρμετρο ποσό της ενέργειας και προσπαθειών και αναπτύσσοντας τις ικανότητες, που στην ουσία δεν αντιστοιχούν στις πραγματικές μας ανάγκες. Στη φύση, κανένα ζώο δεν θα βλάψει το άλλο εάν δεν πεινά ή δεν απειλείται άμεσα. Ο κύριος όγκος των ανθρώπινων αντιπαραθέσεων δημιουργείται από υποθετικές απειλές και συνδέεται με τις αυταπάτες της αφηρημένης σκέψης, οι οποίες διαμορφώνονται κατά την ανατροφή και υπό την επιρροή της κοινωνικής αντίληψης. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε, ότι , παρά τις κοινές αξίες της ζωής, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στον τρόπο και χρόνο για την επίτευξη τους, που υπαγορεύονται από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, την εκπαίδευση, από τις δεξιότητες του ατόμου και την επιρροή των φυσικών περιβαλλοντικών συνθηκών. Επομένως, είναι αδύνατο να δημιουργηθεί ένα πλήρες μητρώο των κανόνων και κανονισμών, καλούμενων να καλύψουν όλο το σύνολο των διαφορετικών συνδυασμών των εσωτερικών αναγκών με τους εξωτερικούς παράγοντες. Ένα σύνολο των κανόνων (όπως είχε πραχθεί επανειλημμένα στο παρελθόν), που θα επιδείκνυε – τι είναι το απόλυτο καλό, και τι είναι το απόλυτο κακό, που θα επιχειρούσε να καθορίσει ένα σύστημα απόλυτων κοινών αξιών για όλους ανεξαίρετος, άσχετα με τις λεπτομέρειες των προσωπικών εμπειριών και της καθημερινότητας των συγκεκριμένων ατόμων. Ένα τέτοιο σύστημα αναπόφευκτα προκαλεί την επιβολή των κοινών αξιών, που συνοδεύεται από την απόρριψη της διαφορετικότητας της σκέψης και, αρκετές φορές, καταλήγει στο απαραβίαστο δόγμα. Ταυτόχρονα, η επιβολή του τρόπου κατανόησης της ζωής δεν μπορεί να συνδυάζεται με την οικουμενική αγάπη προς την ανθρωπότητα, με την οποία συνήθως δικαιολογούνται σε τέτοιες περιπτώσεις, λησμονώντας το δίδαγμα του Χριστού, που πρότεινε να βγάλει κανείς το κούτσουρο από το δικό του μάτι, πριν προσέξει το σκουπιδάκι στο μάτι του άλλου. Συνεπώς, ένα άτομο ή μια κοινωνία, που ενεργούν βάση της αρχής της επιβολής των δικών τους αξιών, στην ουσία, δεν αποσκοπούν τόσο την φροντίδα των συνανθρώπων τους, όσο, μάλλον, επιδιώκουν κάποιους δικούς τους συγκεκριμένους στόχους χειρισμού της κοινής αντίληψης, που απέχει αρκετά από τον αλτρουϊσμό, τον οποίο προσπαθούν να προβάλλουν ως μοναδικό κίνητρο τους.



Μαρία    12/03/2011 03:35
Αγαπητέ κ Κοτανίδη. Είμαι 22 χρονών και από μικρή θυμάμαι να μου λένε οι καθηγητές και οι δασκαλοί μου ότι δεν έχω καθόλου αυτοπεποίθηση. Ακόμα και τώρα έχω μέσα μου ένα φόβο όταν πάω να εκφέρω μία άποψη ή να προχωρήσω ένα βήμα στη ζωή μου. Θα ήθελα να μου πείτε αν αυτό μπορεί να προέρχεται από κάποιο παιδικό τραύμα και πώς αποκτά κάποιος αυτοπεποίθηση χωρίς όμως να πάει στο άλλο άκρο. Ευχαριστώ

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Μαρία, αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση είναι δυο βασικά συστατικά της προσωπικότητας, η οποία διαμορφώνεται κατά την ανατροφή, στην παιδική ηλικία. Οι παράγοντες, που επηρεάζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας, είναι αρκετοί. Υπάρχουν όμως κάποιοι βασικοί που καθορίζουν ουσιαστικά τις ιδιαιτερότητες της κατασταλτικά ή αρνητικά. Το πρώτο, που θα αξίζει να αναφερθεί – είναι η θετική προσοχή των γονιών, και ειδικά της μητέρας, από τις πρώτες μέρες της γέννησης του παιδιού. Κάθε παιδί γεννιέται ανήμπορο, έχει την απόλυτη ανάγκη της φροντίδας των γονιών και όταν δεν την λαμβάνει για κάποιους λόγους – διακατέχεται από τον φόβο θανάτου. Οι δικαιολογίες των ενηλίκων για την ανάγκη εργασίας ή κάποιων άλλων υποχρεώσεων που αποσπούν την προσοχή από το παιδί τους δεν ισχύουν για την αντίληψη του παιδιού. Στην περίπτωση, που οι γονείς είναι αρκετά ώριμοι ώστε να καταλαβαίνουν τις ανάγκες του παιδιού και να τις ερμηνεύουν εύστοχα (η ερμηνεία συμπίπτει με την πραγματικότητα), σταδιακά το παιδί αποκτά σιγουριά ότι δεν πρόκειται να αφανιστεί και ο φόβος του θανάτου υποχωρεί, αφήνοντας τη θέση στην αυτοπεποίθηση. Δεύτερος, εξίσου σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την αντίληψη και την προσωπικότητα του παιδιού – είναι οι τρόποι και οι μέθοδοι ανατροφής. Έως πρόσφατα επικρατούσε η άποψη ότι στην ανατροφή είναι αναγκαίοι όπως τα θετικά, έτσι και αρνητικά κίνητρα. Τα αρνητικά κίνητρα εφαρμόζονται σε μορφή απαγορεύσεων και τιμωριών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σύστημα αυτό εφαρμόζεται από το σύνολο της ανθρωπότητας, στην προσπάθεια επίτευξης επιθυμητών συμπεριφορών και αποφυγής των μη επιθυμητών. Το σύστημα αυτό έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα, το οποίο σπάνια λαμβάνεται υπ’όψη. Απαγορεύσεις και τιμωρίες λειτουργούν γρήγορα, αποτελεσματικά και δεν απαιτούν μεγάλες προσπάθειες από την πλευρά των αυτουργών τους, αλλά το άτομο που δέχεται μια τέτοια επιρροή, μαθαίνει μονό να υπακούει και να ακολουθεί την άποψη των άλλων. Αυτό τον στερεί στην ουσία την βούληση και εκμηδενίζει την προσωπική αντίληψη για τον εαυτό του. Εκτός τούτου, το άτομο, που έχει ανατραφεί με παρόμοιο τρόπο, συνέχεια αισθάνεται την ανάγκη της άποψης των άλλων και είναι εξαρτημένο από την παρουσία των αυθεντιών, διότι απλά δεν έχει μάθει διαφορετικά. Ένας τρίτος παράγοντας, που αξίζει να αναφερθεί – είναι ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της κοινωνίας μας και ο τρόπος σύγκρισης με άλλος, βασισμένος στη διπολική παγίδα υπερηφάνειας – ντροπής. Από μικρή ηλικία μας μαθαίνουν οι γονείς και ολόκληρο το σύστημα ότι για να είσαι αποδεκτός από άλλους, πρέπει πάντα να είσαι επιτυχημένος, σύμφωνα με τη επικρατούσα αντίληψη της επιτυχίας. Όταν είμαστε μικρά παιδιά – πρέπει να είμαστε υπάκουοι και να μην δημιουργούμε προβλήματα στους γονείς και σε άλλους ενήλικους γενικά. Στο σχολείο πρέπει να είμαστε καλοί μαθητές και να υπακούμε τους δασκάλους, άσχετα κατά πόσο τα λεγόμενα και οι πράξεις τους εκπροσωπούν τις αναγκαίες ικανότητες. Στην ενήλικη ζωή, ως εργαζόμενοι, πρέπει να κερδίσουμε την εύνοα των συναδέλφων και ειδικά των προϊσταμένων. Με αλλά λόγια, έχουμε μάθει, κατά το σύνολο της πορείας της ζωής μας, να αισθανόμαστε την ανάγκη είσπραξης της επιβράβευσης των άλλων. Στην περίπτωση αυτή αισθανόμαστε υπερήφανοι. Διαφορετικά, όταν δεν μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι – αισθανόμαστε ντροπή. Και αυτό μας αναιρεί το δικαίωμα για λάθη και αποτυχίες. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι το σύστημα αυτό είναι αρκετά λειτουργικό, διότι προσφέρει τόσα αποτελέσματα, τα οποία έχει επιτύχει η ανθρωπότητα. Όμως κάθε επιτυχία έχει ανάλογο κόστος. Και το κόστος, στην περίπτωση αυτή είναι η μειονεξία που χαρακτηρίζει τους περισσότερους ανθρώπους, διότι έχουμε συνηθίσει να αξιολογούμε τους άλλους και τον εαυτό μας μονό με ποσοστό των κοινωνικά αποδεκτών επιτυχιών, άσχετα με το γεγονός κατά πόσο οι κοινές αναλήψεις συμπίπτουν με την πραγματικότητα. Έτσι, στη προσπάθεια να γίνουμε τέλειοι, δεν δίνουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να κάνει λάθη, αισθανόμαστε ντροπή κάθε φορά όταν αυτό συμβαίνει, και δεν αποδεχόμαστε τον απαραβίαστο κανόνα ότι κάθε νέα αναζήτηση και κάθε νέα γνώση είναι αναγκαίο να βασίζεται στα λάθη, ότι τα λάθη είναι μοναδικός τρόπος επαναπροσδιορισμού της γνώσης, ότι όποιος δεν κάνει λάθη – δεν μαθαίνει. Επειδή η κατάσταση είναι τέτοια, που τις περισσότερες φορές στη ζωή μας θα κάνουμε λάθη, όταν έχουμε μάθει να κατακρίνουμε τον εαυτό μας για αυτά, κάθε φορά θα αισθανόμαστε ντροπή, όταν δεν μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι και η αυτοεκτίμηση μας θα εκμηδενίζεται. Έτσι λοιπόν, όσο περισσότερο ένα άτομο έχει μάθει να καταλαβαίνει τις δίκες του ανάγκες και να στηρίζεται στον εαυτό του στην ικανοποίηση τους, όσο λιγότερο είναι εξαρτημένος από την άποψη των άλλων στη διαδικασία αυτή και όσο λιγότερο φοβάται τις συνέπειες ενός λάθους, τόσο περισσότερη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση θα έχει και τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες της ικανοποίησης με την καθημερινότητα του.



maria    10/02/2011 15:17
αγαπητε κυριε κοτανιδη ευχαριστω για την γρηγορη απαντηση.η αληθεια ειναι οτι η απαντηση σας με εχει μπερδεψει λιγο γιατι δεν εχω καταλαβει τελικα πως θα μπορουσα να τοποθετηθω απεναντι στα προβληματα μου για να μπορεσω να τα ξεπερασω.λετε πως ο εγκεφαλος μας προτιμα ετοιμες εκτιμησεις κ αντιδρα με εδραιωμενα σχηματα συμπεριφορας.αναγνωριζοντας ομως οτι καποια απο αυτα ειναι λανθασμενα πως ειναι δυνατον τελικα το ατομο να επεμβει κ να τα αλλαξει?εγω πιστευω πως εχω κολλησει εδω..ενω καταλαβαινω,ειδικα στισ διαπροσωπικες σχεσεις οτι δεν υπαρχει μελλον δεν μπορω να προχωρησω κ να δω πιο θετικα τα πραγματα κ αντικειμενικα.το συναισθημα ειναι ανεξελεγκτο αλλα η λογικη το φρεναρει απο το να κανει κινησεις που ισως στο τελος να με απελευθερωναν..με απλα λογια θα ελεγα πως πριν κανω αναλυση σε καθε περιπτωση εξαντλουσα καθε πιθανοτητα που πιστευα οτι εχω μεχρι να δεχτω το τελος μιας σχεσης ενω τωρα η λογικη με φρεναρει πριν πιασω πατο,αλλα αυτο δεν με ανακουφιζει πλεον κ ειμαι σε μια μονιμη αναμονη συναισθηματικη.αυτο εχω παθει κ τωρα..ναι μεν βλεπω πως η κατασταση εχει τελειωσει ,αλλα δεν κανω καποια κινηση για να το επιβεβαιωσω μεσα μου ,γιατι εχω μια ελπιδα κ γιατι δεν θελω να χασω την αυτοεκτιμηση μου.αυτο ομως ειναι βασανιστικο κ δεν ξερω πως μπορω να επεμβω στο μυαλο μου κ να το κανω να λειτουργησει ετσι ωστε να με ανακουφισω κ να προχωρησω παρακατω.. μου τρωει ενεργεια απο την καθημερινοτητα μου κ δυσλειτουργω σε πολλουσ τομεις.σε συνδυασμο με ενα κλιμα καταθλιψης που επικρατει στο σπιτι μου αυτο ερχεται κ με ισοπεδωνει..

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Μαρία, προφανώς θέλεις να αντιμετωπίσεις μια κατάσταση με έτοιμη συνταγή, χωρίς να καταβάλλεις τις δίκες σου προσωπικές προσπάθειες και να περιμένεις αναγκαίο χρόνο, ακλουθώντας την αρχή – «εδώ και τώρα». Οι έτοιμες συνταγές όμως, αφ’ ενός δεν είναι εύστοχες διότι αντιπροσωπεύουν τα προσωπικά βιώματα του κάθε συμβούλου, αφ’ ετέρου δεν μπορούν να προβλέψουν όλες τις πιθανές λεπτομερές που συνοδεύουν μια κατάσταση. Επομένως, όταν αντιμετωπίζουμε ένα άγνωστο αντικείμενο ή μια άγνωστη κατάσταση, που μας «μπερδεύουν», είναι αναγκαίο, πρώτα να αποκτήσουμε μια βασική γνώση για το αντικείμενο αυτό, ύστερα να προσχωρήσουμε σε απαραίτητες ενέργειες, και μετά να περιμένουμε ανάλογο χρόνο για την επίτευξη του στόχου μας.



Vouli    31/01/2011 12:58
Αγαπητέ κ.Κοτανίδη, Θα ήθελα κι εγώ να μοιραστώ μαζί σας αυτό που με απασχολεί. Έχασα τη μητέρα μου πριν από χρόνια μετά από μεγάλη μάχη, μετά από νοσοκομεία, επιπλοκές και πολύ δυσάρεστες καταστάσεις. Μετά από λίγα χρόνια, έχασα και τον πατέρα μου πολύ γρήγορα, ξαφνικά σχεδόν. Ευτυχώς, υπάρχει στη ζωή μου η αδερφή μου με την οποία δεθήκαμε πάρα πολύ μετά από όλα αυτά. Εδώ κ λίγο καιρό, απέκτησα ένα αγοράκι, μια ευλογία πραγματικά. Ξέρω πως πρέπει να είμαι ευγνώμων για όσα έχω. Εγώ νιώθω την απουσία των γονιών μου όλο κ πιο έντονα, μου λείπουν πάρα πολύ. Ήταν άνθρωποι που δημιούργησαν πάρα πολλά, βοηθούσαν πολύ κόσμο, κ νιώθω ότι εγώ σαν άνθρωπος δεν έχω κάνει ακόμη τίποτε που να αξίζει. Ξάφνικά βρεθήκαμε κ εγώ κ η αδερφή μου με πάρα πολλές ευθύνες κ εκκρεμότητες κ πολλές φορές πελαγώνω. Κι ενώ ξέρω ότι μπορώ να τα καταφέρω, νομίζω ότι ο χρόνος κυλά μπροστά μου χωρίς να κάνω τίποτε ουσιαστικό. έχω έλλειψη συγκέντρωσης, ξεχνάω λεπτομέρειες. νιώθω κουρασμένη πάρα πολύ. πολλές φορές νιώθω ένα βάρος στο στέρνο, αυτό μετά τη γέννα, ένα μόνιμο άγχος κ αυτό καταλήγει τις περισσότερες φορές να κλαίω γιατί έφυγαν τόσο νέοι, ο ένας με τόσο πόνο κ ο άλλος τόσο ξαφνικά, που δεν ξέρω ειλικρινά ποιό πονάει περισσότερο... Και νιώθω ένα άδικο να με πνίγει, αφού δεν μπορώ να μιλήσω στο τέλος. Θέλω το παιδί μου να μεγαλώσει με χαρά, κ όμως δεν μπορώ να ξεπεράσω την απώλεια... Σκέφτομαι ότι έπρεπε να κάνω νωρίτερα παιδιά, ότι δεν θα τους δει ποτέ του...Μήπως χρειάζεται να επισκεφθώ κάποιον ειδικό;

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Vouli, η αίσθηση ευτυχίας ή δυστυχίας εξαρτάται από την αντίληψη του συγκεκριμένου ατόμου. Εάν εξετάσουμε το θέμα σχέσεων των παιδιών με τους γονείς τους από την άποψη ψυχρής λογικής, θα διαπιστώσουμε ότι η ανάγκη των παιδιών από την παρουσία των γονιών τους άμεσα συσχετίζεται με το γεγονός κατά πόσο αισθάνονται αβοήθητοι, κατά πόσο δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και κατά πόσο έχουν μάθει να λύνουν εύστοχα και αποτελεσματικά τους προβληματισμούς και τα εμπόδια, που αναπόφευκτα αντιμετωπίζει ο καθένας κατά τη διάρκεια της ζωής του. Επομένως, η υπέρμετρη τραγικοποίηση της απώλειας των γονιών, αλλά και οποιασδήποτε άλλης απώλειας άμεσα συσχετίζεται με τον βαθμό της συνειδησιακής ενηλικίωσης του ατόμου. Όσο αφορά την αναγκαιότητα της επίσκεψης ή της υποστήριξης του ειδικού, εδώ ο καθένας αποφασίζει στο ατομικό επίπεδο, διότι μόνο το ίδιο άτομο είναι σε θέση να αντιληφθεί εάν πια δεν μπορεί να λύσει τους προβληματισμούς του μόνος. Θα ήθελα να προσθέσω, ότι η συνηθισμένη αντίληψη ότι ο ειδικός θα δώσει έτοιμες λύσεις και συνταγές επίτευξης των προσωπικών στόχων δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Και να θέλει ο ειδικός να το κάνει έχοντας τις καλύτερες προθέσεις, δεν θα το πετύχει. Διότι δεν μπορούν να προβλεφθούν όλες οι λεπτομέρειες και ιδιαιτερότητες των ατομικών καταστάσεων και αντιμετωπιστούν με έτοιμες συνταγές. Επομένως, το καλύτερο, που μπορεί να κάνει ένας ειδικός είναι – να βοηθήσει το συγκεκριμένο άτομο να γνωρίσει τον εαυτό του, τις πραγματικές ανάγκες του και την αντικειμενική πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Μετά από αυτό, ο καθένας διαμορφώνει την συμπεριφορά του, σύμφωνα με τους προσωπικούς του στόχους και αξίες.



Σύλβια    26/01/2011 21:35
Διάβαζα σε ένα άρθρο ψυχολογία που έγραφε \"Το πώς ζούμε τώρα έχει επίδραση στο πώς θα αισθανομαστε μετα απο 10-20 χρόνια. Δηλαδή αν ζουμε τώρα καλά, σε 10-20 χρόνια θα αισθανομαστε ότι ζήσαμε την ζωή μας καλά και αυτό θα μας κανει ικανοποιημενους\" Εγώ όμως που \'εχασα\' 4 χρόνια βολεμενη σε μια σχεση χωρις ικανοποιηση, και αλλα 4-5 σε άλλες καταστάσεις μοναξιάς, σημαίνει ότι δε θα μπορώ να νιώσω ευτυχισμένη;

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Σύλβια, οπωσδήποτε το πώς ζούμε τώρα επηρεάζει την μετέπειτα πορεία μας, αλλά το συναίσθημα της ικανοποίησης εξαρτάται περισσότερο από την αντίληψη μας, παρά από την αντικειμενική ροη των πραγμάτων. Αντικειμενικά, η αίσθηση της γενικής ικανοποίησης άμεσα συσχετίζεται με το σύνολο των ικανοποιήσεων των συγκεκριμένων πραγματικών αναγκών. Κάθε ζωντανός οργανισμός αισθάνεται την ικανοποίηση όταν εκπληρώνονται οι στόχοι που βάζει για τον εαυτό του. Μερικοί από τους στόχους λειτουργούν στο υποσυνείδητο επίπεδο, άλλοι – στο συνειδητό. Ο στόχος καθορίζεται από τα κίνητρα. Το αρχικό κίνητρο πάντα είναι αρνητικό. Αυτό οφείλεται στις ιδιαιτερότητες των συναισθημάτων, τα οποία καλούνται να ρυθμίσουν τις δραστηριότητες του οργανισμού με αυτόματο τρόπο σε μορφή των αντανακλαστικών. Το συναίσθημα είναι η στιγμιαία εκτίμηση της κατάστασης του οργανισμού που επιτρέπει γρήγορα και αποτελεσματικά να αξιολογηθεί μια ανάγκη. Επομένως, η ανάγκη αυτή εκλαμβάνεται από τον εγκέφαλο και από τον οργανισμό ως μια προβληματική κατάσταση, έχει αρνητικό συναισθηματικό χρωματισμό και εξαναγκάζει το άτομο να προβεί σε κάποιες ενέργειες ώστε να την αποφυγή. Στην ουσία, είναι ένα σήμα κινδύνου, το οποίο δείχνει ότι έχει προκύψει μια διατάραξη της ομοιόστασης του οργανισμού. Όταν λοιπόν, το άτομο προβαίνει σε κάποιες δραστηριότητες, οι οποίες αλλάζουν την κατάσταση έτσι, ώστε να λαμβάνονται κάποια μετρά διαφυγής ή συμπλήρωσης, το αρνητικό συναίσθημα του κινδύνου υποχωρεί και αντικαθίσταται από θετικό συναίσθημα ικανοποίησης. Έτσι δημιουργούνται δυο κίνητρα – το αρνητικό κίνητρο διαφυγής ή αποφυγής μιας όμοιας κατάστασης στο μέλλον, και το θετικό συναίσθημα ικανοποίησης-απόλαυσης ή τάση επανάληψης της ανάλογης κατάστασης. Τα αρνητικά κίνητρα όμως πάντα πρωτεύουν και υπερισχύουν. Όλα αυτά ισχύουν για το πρωτόγονο, αρχικό επίπεδο της αντίληψης της ικανοποίησης. Με την εμφάνιση της αφηρημένης σκέψης και λογικής ικανότητας τα πράγματα περιπλέκονται. Οι στόχοι και τα κίνητρα, στην αρχή, διαμορφώνονται στον εγκέφαλο σε μια εικονική μορφή, και ύστερα, κατά την εκτέλεση τους, φαίνεται κατά πόσο αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Όταν ένας στόχος, μια προσδοκία συμπίπτει με το αποτέλεσμα - δημιουργείται συναίσθημα ικανοποίησης, καθώς και αλλά συναισθήματα – αυτοπεποίθησης, αισιοδοξίας, υπερηφάνειας. Ενώ, όταν η σύμπτωση αυτή δεν επιτυγχάνεται, εμφανίζονται αντίθετα, αρνητικά συναισθήματα – απογοήτευσης, απαισιοδοξίας, χαμηλής αυτοπεποίθησης, ενοχής, ντροπής. Το θέμα όμως είναι πως, κατά την κοινωνικοποίηση του ανθρώπου έχουν δημιουργηθεί αρκετές επιπρόσθετες, σχετικές ανάγκες και στόχοι, που εκλαμβάνονται από εμάς ως φυσικά και απαραίτητα. Εδώ θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν - καταξίωση, επιτυχία, αναγνώριση, επίτευξη των κοινωνικών προτύπων κ.λπ. Κατά την προσεκτική προσέγγιση των αναγκών και των στόχων αυτών εύκολα παρατηρείται ότι όλα αυτά συσχετίζονται με την βαθμολογία του εαυτού μας από τους τρίτους. Η ανάγκη να φαινόμαστε για άλλους γενικά πετυχημένοι προέρχεται από τις ιδιαιτερότητες της ανατροφής και καθιστά αναγκαία την έλλειψη των λαθών κατά την πορεία μας. Διότι, σύμφωνα με την κοινή λογική, ιδανικά πετυχημένος είναι αυτός, που δεν κάνει ποτέ λάθη και συνεχίζει απαραβίαστα την ανοδική του πορεία. Βέβαια, υπάρχουν και αλλά συστατικά της ανάγκης μας για την τελειότητα, αλλά η ανάλυση τους απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο. Επομένως, έχοντας μεγαλώσει με ένα σύστημα αντιλήψεων, που αποκλείει το δικαίωμα για λάθος, δεν μπορούμε να συγχωρούμε τον εαυτό μας για παραμικρό λάθος, που αναπόφευκτα θα κάνουμε κατά την διάρκεια της ζωής μας, αισθανόμαστε ντροπή, ενοχές, αναξιότητα, και πιστεύουμε ότι έχουμε χάσει τον χρόνο μας, εφόσον δεν πετύχαμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Με την αντίληψη αυτή δεν δεχόμαστε το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να γεννηθεί με όλες απαραίτητες γνώσεις ώστε να είναι πάντα επιτυχημένος και να μην κάνει ποτέ λάθος. Καθώς και δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι τα λάθη είναι απαραίτητο και αναγκαίο μέτρο της σύγκρισης της υποκειμενικής μας αντίληψης με την πραγματικότητα, δηλ. είναι ένα μέσο εκμάθησης, χωρίς το οποίο δεν υφίσταται η ίδια η εκμάθηση και, σαν συνέπεια – η γνώση. Όσο αφόρα το θέμα του άδικα χαμένου χρόνου, πιστεύω πως η απάντηση μου στον Δημήτρη 18/12/2010 19:39 μπορεί δώσει μερικές εξηγήσεις επί της ουσίας του.



ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ    19/01/2011 08:58
ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΣΑΣ.ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΕΙΧΑ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΦΟΒΙΕΣ ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΑ.ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΜΒΕΙ ΠΟΛΛΑ ΔΥΣΑΡΕΣΤΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ(ΘΑΝΑΤΟΣ,ΜΗΤΕΡΑΣ,ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΟ,ΚΑΤΑΚΛΙΣΗ ΓΙΑΓΙΑΣ)ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΧΩ ΠΕΣΕΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ.ΕΙΜΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ,ΚΑΝΩ ΔΟΥΛΕΙΕΣ,ΦΡΟΝΤΙΖΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ..ΑΛΛΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΩΡΕΣ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΘΕΕ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟ 25 ΧΡΟΝΩΝ ΠΩΣ ΘΑ ΑΝΤΕΞΩ ΝΑ ΖΩ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ..ΑΡΧΙΖΩ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΕΝΤΟΝΑ.ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΛΟΓΩ ΦΟΒΟΥ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗΣ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΦΟΒΑΜΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΟΡΜΗΣΗ ΜΗΝ ΚΑΝΩ ΤΠΤ.ΠΩΣ ΝΑ ΔΩ ΤΙ ΖΩΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ?ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΒΛΕΠΩ ΣΑΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ?ΑΠΟ ΤΙ ΠΑΣΧΩ?ΜΗΠΩΣ ΤΡΕΛΑΙΝΟΜΑΙ?

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Ευαγγελία, υποθέτω πως στη περίπτωση σου είναι αναγκαίο να καθοριστεί τι είναι η πραγματική χαρά, και τι είναι αυτό που εμείς, μαζί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε ως χαρά; Οι περισσότεροι από μας, ακλουθώντας τα κοινωνικά πρότυπα, αντιλαμβάνονται την χαρά ως μια κατάσταση απέραντης ευτυχίας, όταν έχουμε μονό τα θετικά συναισθήματα και όταν δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα για να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση. Κάτι παρόμοιο με τον παράδεισο που πάντα ονειρευόταν η ανθρωπότητα. Και τα θετικά συναισθήματα οπωσδήποτε πρέπει να είναι μέγιστα σε ένταση. Μέτρια θετικά συναισθήματα, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, δεν μπορούν να μας ικανοποιήσουν. Αυτό μας οδηγεί σε δυο συνέπειες: 1. Δεν μπορούμε να αισθανόμαστε ικανοποίηση από τις «μικρές», καθημερινές μας επιτυχίες, διότι αυτές δεν αντιστοιχούν στην αντίληψη του βαθμού και της έντασης των συναισθημάτων. Δεν λαμβάνουμε υπ’όψη ότι, σύμφωνα με τον φυσικό νόμο, το εύρος του θετικού κύματος αντιστοιχεί στο εύρος αρνητικού, με το οποίο και συναλλάσσεται. Για να γίνει αντιληπτή η μέγιστη ένταση των θετικών συναισθημάτων είναι αναγκαίο να προηγηθεί μια, αντίστοιχη σε μέγεθος, ένταση των αρνητικών συναισθημάτων. Εάν το προηγούμενο αρνητικό συναίσθημα ήταν μέτριο ή μικρό σε ένταση, τότε και το θετικό, που το ακολουθεί, θα αντιλαμβάνεται ως μέτριο ή μικρό. Και αν δεν προϋπάρξει το αρνητικό, το θετικό ίσως και να μην αντιληφτεί καθόλου. Π.χ. για να αισθανθούμε έντονη χαρά για το φαγητό, είναι αναγκαίο να προηγηθεί μια έντονη φάση δυνατής πείνας. Εάν έχουμε την δυνατότητα να τρώμε με παραμικρή αφορμή και δεν χρειάζεται να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες για την εύρεση της τροφής, τότε η διαδικασία του φαγητού μετατρέπεται για μας σε μια ρουτίνα, η οποία μονό χαρά δεν δίνει. Ενώ, αντίθετα, εάν προηγηθεί μια περίοδο έντονης στέρησης και πείνας, τότε και ένα ξερό κομμάτι του ψωμιού μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους. Επομένως η ένταση της χαράς, που αισθανόμαστε και εκτιμούμε, σύμφωνα με την αντίληψη μας, αποτελείται από πολλαπλασιασμό της προηγούμενης δυστυχίας επί του ποσοστού προσπάθειας, που απαιτείται για την επίτευξη του στόχου. Στην ουσία, η ανάγκη έντονης χαράς, μας στερεί την ικανότητα να είμαστε ικανοποιημένοι με μικρές, καθημερινές μας επιτυχίες, και με την πρόοδο που κάνουμε καθημερινά, ταυτόχρονα δημιουργώντας της προϋποθέσεις για την εμφάνιση της τελειομανίας (με την έννοια αναζήτησης της ολοκληρωμένης τελειότητας, και μη ικανοποίηση με τα φυσικά μικρά βήματα της προόδου). Για να «χαρούμε» θέλουμε να έχουμε «όλα» και «στιγμιαία» . Και το δεύτερο προϋποθέτει την εμφάνιση της άλλης συνέπειας. 2. Η στιγμιαία ικανοποίηση της οποιαδήποτε ανάγκης σημαίνει ότι, είτε πρέπει να είμαστε «τυχεροί» και να βρίσκουμε τα πράγματα έτοιμα (π.χ. αντί να εργάζομαι καθημερινά – κερδίζω το λαχείο, και δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα άλλο, για να έχω λεφτά), είτε πρέπει να υπάρχει κάποιος, που αυτός θα καταβάλλει προσπάθειες και θα μας προσφέρει τα πράγματα έτοιμα, ακριβώς έτσι όπως μας τα πρόσφεραν οι γονείς μας στην παιδική ηλικία. Ως εκ τούτου, η ανάγκη έντονης χαράς και ευτυχίας, που εκφράζεται από την θέληση του τελικού αποτελέσματος, χωρίς να προηγείται ανάλογη προσπάθεια και κόπος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια θέληση να γυρίσουμε στην παιδικότητα, όταν τις ευθύνες για εμάς είχαν αναλάβει οι γονείς μας. Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί και ως μια παιδική ανάγκη αποφυγής της πραγματικότητας, διότι η ανάγκη της χαράς καλείται να αντισταθμίσει την γενική δυσαρέσκεια με την πραγματικότητα που βιώνουμε. Και η δυσαρέσκεια αυτή είναι αναπόφευκτη εάν δεν μάθουμε εκτιμάμε την μικρή καθημερινή πρόοδο, και τις ικανοποιήσεις της «ρουτίνας», η οποία θεωρείται βαρετή. Στο τέλος θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η ανθρωπότητα μέσα από το κυνήγι της έντονης χαράς έχει ανακαλύψει και χρησιμοποίει ευρύτερα τον μηχανισμό του υποκατάστατου. Η λογική του υποκατάστατου λέει – «εφόσον δεν μπορώ να ικανοποιούμε από την καθημερινή πραγματικότητα, πρέπει να βρω κάτι τεχνητό (με την έννοια της μη αντιστοιχίας στις πραγματικές ανάγκες), ώστε να ενεργοποιήσω το κέντρο ευχαρίστησης και στιγμιαία να αποκτήσω την χαρά». Έτσι έχουμε φτάσει σε σημείο να δημιουργούμε στον εαυτό μας εξαρτήσεις από ουσίες ή γεγονότα, που εύκολα και γρήγορα μας προσφέρουν την «χαρά» και δεν απαιτούν τις καθημερινές σύνθετες προσπάθειες, αρχίζοντας από το τσιγάρο, αλκοόλ και ναρκωτικά, και τελειώνοντας με τις σεξουαλικές δραστηριότητες και αλλά μέσα διασκέδασης. Επομένως εάν μπορέσουμε να αποδεχτούμε την αναγκαιότητα των καθημερινών προσπαθειών και μάθουμε να εκτιμάμε τις μικρές καθημερινές προόδους, θα μπορέσουμε να βιώσουμε την ικανοποίηση μας με την καθημερινότητα και δεν θα αισθανόμαστε την ανάγκη για τα υποκατάστατα. Βέβαια, αυτό δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτούς, που, παρ’όλα αυτά, θα συνεχίζουν να αναζητούν τις έντονες συγκινήσεις και την έντονη χαρά, αλλά η επιλογή του τρόπου ζωής είναι καθαρά προσωπική υπόθεση του καθενός, αρκεί όμως να γνωρίζει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων και των επιλογών του, ώστε να μην βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπος με ανάλογα αποτελέσματα.



ΚΑΤΕΡΙΝΑ    11/01/2011 09:33
ΕΧΩ ΕΝΑ ΓΙΟ 14 ΧΡΟΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΑΛΛΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΕΤΑΙ ΕΝΤΟΝΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓΧΩΝΕΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ. Π.Χ. ΜΑΘΗΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΣΕ 1 ΩΡΑ ΤΟ ΕΧΕΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΣΕ 2 ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΕΙ. ΕΧΩ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΤΕΙ ΓΙΑΤΙ ΥΠΟΦΕΡΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ ΠΟΛΥ ΑΓΧΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΗΛΙΚΙΑΣ ΑΝΗΣΥΧΩ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Κατερίνα, συνήθως τα παιδιά αντιγράφουν τα σχήματα συμπεριφοράς των γονιών και τους τρόπους αντιμετώπισης τους των δυσκολιών και προβλημάτων που αναπόφευκτα αντιμετωπίζουν όλοι. Συνεπώς, θα ήταν προτιμότερο να αναρωτηθούμε ποιες λεπτομερές της δικής μας συμπεριφοράς ωθούν το παιδί μας να συμπεριφέρεται με τον συγκεκριμένο τρόπο, αντί να προσπαθούμε να το αλλάξουμε με πιεστικό τρόπο. Διότι όσο περισσότερο πιέζεται το παιδί, τόσο λιγοστεύουν οι δυνατότητες του για συγκέντρωση. Η ψυχολογική πίεση και η αδυναμία επίλυσης της προκαλεί την ανάγκη χαλάρωσης και της απόσπασης της προσοχής. Γι’αυτό και το άτομο που δέχεται μια τέτοια κατάσταση διακατέχεται από την ανάγκη να «ξεχνιέται» με διαφορές αφορμές και δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στις τρέχουσες υποχρεώσεις.



elena    04/01/2011 23:02
θα ηθελα να σας ρωτησω...ειναι δυνατον καποιος να αλλαξει?ειμαι λιγο πριν τα τριαντα και η ζωη μου ειναι ενα μαρτυριο...δεν καταφερνω να κανω τιποτα καλα..ο δε συναισθηματικος μου κοσμος ειναι χαλια με αποτελεσμα αυτο να φαινεται στους γυρω...και σιγα σιγα...βγαζω το ονομα της καταθλιπτικης και ανασφαλους και προβληματικης κοπελλας..δεν μπορω να συνελθω με τιποτα και κανω υπερπροσπαθειες να το \'\'δω αλλιως\'\',να αλλαξω δλδ την οπτικη γωνια που κοιταω τα πραγματα...εχω ασχοληθει με το προβλημα μου πααααρα πολυ...αν ειχα ασχοληθει με οτιδηποτα αλλο τοσο πολυ θα το ειχα φερει εις περας.μηπως κατι τετοιο ειναι γραμμενο?δηλαδη μηπως ετσι ειμαι εγω πια?και δεν αλλαζει με τιποτα?

Α. Κοτανίδης – Αγαπητή Έλενα, έτσι ή αλλιώς ο άνθρωπος, όπως και κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός, αλλάζει κάθε μέρα. Οι αλλαγές αυτές είναι άμεσα συνδεδεμένες με την διαδικασία της ζωής, την ουσία της οποίας αποτελεί η κίνηση. Εμείς αλλάζουμε και εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά. Απλά, οι αλλαγές αυτές, τις περισσότερες φορές, περνούν απαρατήρητες λόγο της αδυναμίας του δικού μας συστήματος αισθητήριων οργάνων να τις αντιλαμβάνεται καθημερινά, επειδή είναι ρυθμισμένο και προσαρμοσμένο στην αντίληψη πιο γρήγορων διαδικασιών, που έχουν περισσότερη αξία για τον οργανισμό. Έτσι έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα κατά την εξέλιξη. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο σώμα μας προκύπτουν αλλαγές, αντίστοιχες με της αλλαγές του εξωτερικού περιβάλλοντος. Αυτό είναι αναγκαίο και αναπόφευκτο διότι σε διαφορετική περίπτωση ο οργανισμός μας δεν θα είναι προσαρμοστικός και θα χάσει την δυνατότητα επιβίωσης. Όταν το περιβάλλον είναι σταθερό, ο βαθμός και η ποσότητα των αλλαγών είναι μικρότερα, ενώ σε γρήγορες και απότομες αλλαγές ο οργανισμός καλείται να προσαρμοστεί με ανάλογο ρυθμό και ταχύτητα. Η προσαρμογή αυτή συνοδεύεται από ανάλογες αλλαγές, η οποίες μπορούν να έχουν προσωρινή μορφή εφόσον η αλλαγή του περιβάλλοντος δεν είναι σταθερή. Διαφορετικά, όταν οι αλλαγές του περιβάλλοντος έχουν μόνιμο χαρακτήρα, οι αλλαγές του οργανισμού τις ακολουθούν μέσο της διαδικασίας προσαρμογής. Ίδιοι μηχανισμοί ισχύουν και για τις ψυχολογικές διεργασίες, διότι η ψυχολογία διαμορφώνει την συμπεριφορά, και είναι – τρόπος αντίδρασης στις αλλαγές του περιβάλλοντος. Έτσι λοιπόν, όταν ένας οργανισμός συναντά κάποιο νέο αντικείμενο, κατάσταση, ή και συνδυασμό τους - εξαναγκάζεται να διαμορφώσει κάποια νέα συμπεριφορά, η οποία αποθηκεύεται στο σύνολο των βιωμάτων. Στις περιπτώσεις όταν οι καταστάσεις και τα πράγματα είναι ίδια, ο οργανισμός αντιδρά με το συνηθισμένο τρόπο, που έχει καταγραφεί κατά την αντιμετώπιση των προηγούμενων εμπειριών. Έτσι επιτυγχάνεται εξοικονόμηση της ενέργειας που απαιτείται για νοητική διαδικασία, διότι ο εγκέφαλος είναι το όργανο που καταναλώνει πολύ περισσότερη ενέργεια σχετικά με το υπόλοιπο σύνολο των οργάνων του οργανισμού. Τα σχήματα συμπεριφοράς θα μπορούσαν να προσομοιαστούν με προγράμματα που έχουν καταγράφει στη μνήμη του υπολογιστή. Στην αρχή, όταν η συμπεριφορά διαμορφώνεται με ασυνείδητο τρόπο κατά την ανατροφή του παιδιού, τα σχήματα συμπεριφοράς κυρίως αντιγράφονται, διότι το παιδί δεν έχει ακόμα αναπτύξει τις λογικές ικανότητες που θα τον βοηθήσουν στην ανάλυση της κατάστασης. Η ανάλυση, στην ουσία είναι – σύγκριση των εμπειριών, που οδηγεί στο συμπέρασμα τι είναι αυτό που αντιστοιχεί περισσότερο στη πραγματικότητα, και ποιες αντιδράσεις είναι περισσότερο εύστοχες. Κατά την αντιγραφή, λοιπόν, το παιδί αντιγράφει τις αντιδράσεις του περιγύρου, που στα πρώτα χρόνια της ζωής του αποτελείται κυρίως από τους γονείς. Οι αντιδράσεις αυτές αντιγράφονται και μιμούνται, άσχετα αν είναι αποτελεσματικές ή όχι. Οι διαδικασίες αυτές συνεχίζονται μέχρι την ηλικία όταν το παιδί αποκτά την δική εκτίμηση των καταστάσεων, και αρχίζει να διαμορφώνει τον τρόπο αντίδρασης σύμφωνα με δίκες του ανάγκες και προτεραιότητες. Σε μια ιδεατή περίπτωση αυτό θα σήμαινε ότι, μεγαλώνοντας, το παιδί ενηλικιώνεται και ανεξαρτητοποιείται αυτόματα, εύστοχα προσαρμόζοντας την συμπεριφορά του σε νέες καταστάσεις, όπως αυτό συμβαίνει στα ζώα. Αλλά, στην περίπτωση του ανθρώπου, αυτό δεν ισχύει, διότι εμείς, όντας πια ενήλικοι και «ανεξάρτητοι» συνεχίζουμε να επηρεαζόμαστε από τα σχήματα συμπεριφοράς, απαγορεύσεις και περιορισμούς που έχουν διαμορφωθεί κατά την ανατροφή. Αυτά τα σχήματα συμπεριφοράς αρκετές φορές δεν αποσκοπούσαν το δικό μας συμφέρον και δεν ικανοποιούσαν τις δίκες μας ανάγκες, αλλά αποτελούσαν την ακούσια προσαρμογή στις απαιτήσεις των άλλων ή της κοινωνίας στο σύνολο. Εκτός απ’αυτό, οι ιδιαιτερότητες του ανθρώπου, όπως η αφηρημένη σκέψη, η κοινωνική αντίληψη και πρότυπα συμπεριφοράς – παρεμβαίνουν στην διαδικασία της αντίληψης και λογικής επεξεργασίας, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν, ένας άνθρωπος που θέλει να αλλάξει την πορεία της ζωής του, είναι αναγκασμένος να το κάνει μέσο της αλλαγής του συνόλου των αντιλήψεων του. Στην αρχή καλείται να αποκτήσει τις νέες γνώσεις για το περιβάλλον, τα γεγονότα, τις αιτίες που τα προκαλούν, δηλ. να αποκτήσει νέες γνώσεις. Αυτό θα μπορούσε να συσχετιστεί με την διαδικασία εκμάθησης ξένης γλώσσας. Αλλά, το θέμα είναι ότι η «γλώσσα» αυτή δεν είναι και τόσο ξένη. Την έχουμε ακούσει, την έχουμε χρησιμοποιήσει, την έχουμε μάθει, αλλά με τον τρόπο λανθασμένο, μη λειτουργικό. Και, στην περίπτωση αυτή, καλούμαστε όχι μονό να την μάθουμε εκ νέου, αλλά και βήμα-βήμα να διορθώνουμε όλα αυτά που έχουμε μάθει λανθασμένα, όλα αυτά που δεν λειτουργούσαν, όλα αυτά που μας οδηγούσαν σε αποτελέσματα μη θεμιτά. Όπως καταλαβαίνεις, η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη. Και εδώ δεν είναι αρκετή μονό η ποσοτική προσπάθεια, αλλά απαιτείται και η ποιοτική, Η ποιοτική προσπάθεια σημαίνει, ότι αυτή αντιστοιχεί στην πραγματικότητα και βασίζεται στη γνώση της. Άρα, λοιπόν, όταν επιχειρούμε κάτι και δεν επιτυχαίνουμε τον στόχο μας, αυτό σημαίνει ότι – ή δεν έχουμε προσπαθήσει αρκετά και η επίτευξη απαιτεί περισσότερη προσπάθεια, άσχετα από την υποκειμενική μας εκτίμηση για την ποσότητα του χρόνου που είναι απαραίτητος, ή – προσπάθειες μας δεν ήταν εύστοχες και απαιτείται διαφορετική προσέγγιση, βασισμένη σε γνώση της πραγματικότητας. Π.χ. θα μπορούσε κανείς χρόνια ολόκληρα να κοιτάζει τον υπολογιστή και να καταναλώνει τεράστιες ενεργειακές προσπάθειες για να τον διαχειριστεί, αλλά εάν δεν έχει βασικές γνώσεις για τη λειτουργία του υπολογιστή και τους τρόπους χειρισμού του, θα μπορέσει άραγε να πετύχει κάτι;



Σελίδες:   << στη αρχή | << | 25 | 26 | 27 | 28 | 29 | >>